αγένεια

ουσιαστικό

Συμπεριφορά ή τρόπος έκφρασης που προσβάλλει ή υποβαθμίζει άλλους, χαρακτηριζόμενος από απότομη, αδιάκριτη ή προσβλητική στάση και έλλειψη σεβασμού προς τα συναισθήματα και τα δικαιώματά τους.

Συνώνυμα

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Η αγένεια του σερβιτόρου με ενόχλησε πολύ.
  • Δεν ανέχομαι την αγένεια σε δημόσιους χώρους.
  • Μη δείχνεις αγένεια όταν μιλάς σε ηλικιωμένους.
  • Ένιωσα προσβεβλημένος από την αγένεια των συναδέλφων του.
  • Η αγένεια δεν είναι σημάδι δύναμης αλλά απλώς κακός χαρακτήρας.