αβλεψία
ουσιαστικόΣφάλμα ή αστοχία που προκύπτει από ανεπαρκή προσοχή, με αποτέλεσμα την παράλειψη ή την εσφαλμένη εκτέλεση μιας ενέργειας ή την παροχή λανθασμένης πληροφορίας.
Συνώνυμα
παράβλεψη απροσεξία παράλειψη αμέλεια παραδρομή ολιγωρία απρονοησία γκάφα ανευθυνότητα ατόπημα λαθάκι λάθος σφάλμα αστοχία ανακρίβεια κοτσάνα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Μια αβλεψία στο σχέδιο προκάλεσε καθυστέρηση στην κατασκευή.
- Η έκθεση απέδειξε ότι η αβλεψία του υπαλλήλου οδήγησε σε λανθασμένα στοιχεία.
- Δεν ήταν σκόπιμο λάθος αλλά απλή αβλεψία στην προετοιμασία των εγγράφων.
- Η αβλεψία στην ημερομηνία υπογραφής ακύρωσε τη σύμβαση.
- Όλοι μας κάνουμε κάποια αβλεψία, το σημαντικό είναι να τη διορθώνουμε γρήγορα.