αβλαβής
επίθετο1. Που δεν προκαλεί βλάβη ή ζημία σε πρόσωπα, ζώα, φυτά ή αντικείμενα.
2. Που δεν έχει υποστεί βλάβη, αλλοίωση ή φθορά και διατηρεί τις λειτουργικές ή φυσικές του ιδιότητες.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
επιβλαβής βλαβερός επικίνδυνος απειλητικός καταστροφικός ολέθριος τρομαχτικός ανατριχιαστικός θανατικός θανατηφόρος πληγωμένος τραυματίας εκφοβιστικός επιζήμιος θανάσιμος βλαπτικός τοξικός ζημιογόνος μοιραίος πονηρός κακός ύποπτος ανησυχητικός αρπακτικό επισφαλής επώδυνος προσβλητικός τραυματισμένος φονικός καταστρεπτικός οδυνηρός φρικιαστικός
Παραδείγματα χρήσης
- Το φίδι αυτό είναι συνήθως αβλαβές για τους ανθρώπους.
- Το σχόλιό του ήταν απλώς αβλαβές, χωρίς κακή πρόθεση.
- Παρά το ατύχημα, ο οδηγός έμεινε αβλαβής.
- Η ουσία θεωρείται αβλαβής για τα παιδιά.
- Τα προϊόντα κρίθηκαν αβλαβή για το περιβάλλον.
- Το δέμα έφτασε αβλαβές παρά την κακοκαιρία.