έκταση

ουσιαστικό

1. Ο χώρος ή η επιφάνεια που καταλαμβάνει ή καλύπτει κάτι, συνήθως μετρημένος σε μονάδες επιφάνειας.

2. Το μέγεθος ή ο βαθμός στον οποίο επεκτείνεται, ισχύει ή επηρεάζει κάτι.

3. Μεγάλο, ενιαίο τμήμα γης ή χώρου προοριζόμενο για συγκεκριμένη χρήση.

Συνώνυμα

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Η έκταση του οικοπέδου είναι δύο στρέμματα.
  • Από την κορυφή του λόφου βλέπεις μεγάλη έκταση γης.
  • Η έκταση της ζημιάς από την πλημμύρα έγινε εμφανής την επόμενη μέρα.
  • Η συζήτηση στο συνέδριο απέκτησε μεγάλη έκταση και διήρκεσε ώρες.
  • Ο νόμος καθορίζει την έκταση των αρμοδιοτήτων κάθε υπηρεσίας.