έδρα
ουσιαστικό1. Αντικείμενο ή κατασκευή σχεδιασμένη για να καθιστά και να στηρίζει το σώμα ενός ανθρώπου.
2. Θέση ή αξίωμα σε πανεπιστήμιο ή ακαδημαϊκή μονάδα που αποδίδει αρμοδιότητα διδασκαλίας, έρευνας και διοίκησης σε έναν διδάσκοντα.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Η έδρα της εταιρείας βρίσκεται στο κέντρο της πόλης.
- Κατέχει την έδρα στη Σχολή Ιατρικής εδώ και δέκα χρόνια.
- Η ομάδα κέρδισε στην έδρα της και προκρίθηκε στους τελικούς.
- Ο πρόεδρος ανέβηκε στην έδρα για να ανοίξει τη συνεδρίαση.
- Η έδρα του δικαστηρίου μεταφέρθηκε σε νέο κτήριο.