ντύνομαι
ρήμα1. Τοποθετώ ρούχα ή άλλα ενδύματα πάνω στο σώμα μου.
2. Διαμορφώνω την εμφάνισή μου μέσω της επιλογής και τοποθέτησης ενδυμάτων και αξεσουάρ για συγκεκριμένη περίσταση, ρόλο ή λειτουργία.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Κάθε πρωί ντύνομαι γρήγορα για τη δουλειά.
- Το παιδί ντύνεται ζεστά όταν κάνει κρύο.
- Στο καρναβάλι ντύνομαι αστεράκι για να διασκεδάσω.
- Πριν πάμε στην εκκλησία, ντυνόμαστε επίσημα.
- Οι χορευτές ντύνονται με παραδοσιακές φορεσιές για την παράσταση.