αδελφή
ουσιαστικό1. Γυναίκα που έχει κοινή καταγωγή με άλλο άτομο, συνήθως με έναν ή και τους δύο ίδιους γονείς.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Η αδελφή μου έρχεται το Σαββατοκύριακο.
- Η αδελφή Μαρία υπηρετεί στη μονή εδώ και δέκα χρόνια.
- Η αδελφή πήρε δείγμα αίματος για τις εξετάσεις.
- Η αδελφή πόλη μας προσέφερε βοήθεια μετά την πλημμύρα.
- Αχ, αδελφή μου, τι έπαθες;