τζάκι

ουσιαστικό

1. Εστία ανοικτή ή κλειστή σε οικία ή κτήριο, όπου ανάβεται φωτιά για θέρμανση και συχνά για μαγείρεμα, με καμινάδα ή άλλο σύστημα απαγωγής καπνού.

Συνώνυμα

εστία πυροστιά μάγκάλι σόμπα τζακιέρα ξυλόσομπα καμινέτο θερμάστρα κάμινος πυρά φούρνος

Αντώνυμα

κλιματιστικό κλιματισμός ανεμιστήρας ψύκτης

Παραδείγματα χρήσης

  • Το τζάκι ήταν αναμμένο και θέρμαινε όλο το σαλόνι.
  • Βάλαμε ξύλα στο τζάκι πριν καθίσουμε γύρω από τη φωτιά.
  • Το τζάκι του παλιού σπιτιού συμβόλιζε την οικογενειακή θαλπωρή.
  • Υπάρχουν πολλά τζάκια σε παραδοσιακά σπίτια των βουνών.
  • Το τζάκι χρειάζεται καθάρισμα από την αιθάλη κάθε χρόνο.