επιπρόσθετα
επίρρημαΜε τρόπο που προστίθεται σε όσα έχουν ήδη αναφερθεί ή υπάρξει, αυξάνοντας το σύνολο ή ενισχύοντας το περιεχόμενο μιας δήλωσης.
Συνώνυμα
επίσης περαιτέρω επιπροσθέτως ακόμη ακόμα άλλωστε περισσότερο παράλληλα συμπληρωματικά προσθετικά επιπλέον πέρα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Είχαμε ήδη ολοκληρώσει την εργασία, και επιπρόσθετα προσθέσαμε και μια σύντομη περίληψη.
- Ο γιατρός συνέστησε ξεκούραση και, επιπρόσθετα, αρκετό νερό.
- Το ξενοδοχείο προσφέρει πρωινό, και επιπρόσθετα δωρεάν πρόσβαση στο γυμναστήριο.
- Η πρόταση είναι καλή· επιπρόσθετα, έχει και χαμηλό κόστος.
- Πλήρωσε το εισιτήριο και επιπρόσθετα αγόρασε έναν οδηγό της πόλης.