επιπροσθέτως

επίρρημα

1. Με τρόπο που παρέχει άλλη πληροφορία ή επισημαίνει κάτι πέρα από όσα έχουν ήδη αναφερθεί, εισάγοντας μια συμπληρωματική παρατήρηση ή πρόταση.

2. Για να δηλώσει αύξηση ή προσαύξηση σε ποσότητα, βαθμό ή ένταση σε σχέση με το υπάρχον.

Συνώνυμα

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Θέλω να τελειώσω τη δουλειά σήμερα· επιπροσθέτως θα ελέγξω και τις λεπτομέρειες.
  • Το προϊόν είναι οικονομικό και, επιπροσθέτως, ιδιαίτερα ανθεκτικό.
  • Οι μαθητές διάβασαν το κείμενο και επιπροσθέτως έγραψαν μια σύντομη περίληψη.
  • Η εταιρεία πρόσφερε εκπαίδευση στο προσωπικό· επιπροσθέτως κάλυψε και τα έξοδα μετακίνησης.
  • Δεν υπήρξε μόνο καθυστέρηση, αλλά επιπροσθέτως και έλλειψη ενημέρωσης.