παρεμπιπτόντως
επίρρημα1. Εισάγει σχόλιο ή πληροφορία που δεν σχετίζεται άμεσα με το κύριο θέμα της συζήτησης και αναφέρεται κατά παρέκκλιση, συνήθως ως παρεμπίπτουσα παρατήρηση.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Η συνάντηση ήταν παραγωγική και, παρεμπιπτόντως, ο Νίκος έφερε τα απαραίτητα έγγραφα.
- Μιλήσαμε για το έργο και, παρεμπιπτόντως, αναφέρθηκε μια ιδέα για το επόμενο βήμα.
- Το βιβλίο είναι εξαντλημένο· παρεμπιπτόντως, κυκλοφόρησε πρόσφατα νέα έκδοση.
- Θα περάσω αργότερα από το σούπερ μάρκετ· παρεμπιπτόντως, χρειάζεσαι κάτι;
- Είδα τον Γιώργο χθες και, παρεμπιπτόντως, φορούσε ακριβώς το ίδιο καπέλο με εμένα.