ατομικό

επίθετο

1. Που αφορά ή σχετίζεται με ένα μόνο άτομο ή ον ως ανεξάρτητη μονάδα, όχι με ομάδα ή συλλογικότητα.

2. Που προορίζεται για χρήση, επίδραση ή ωφέλεια ενός μεμονωμένου ατόμου αντί για συλλογικό φορέα.

Συνώνυμα

προσωπικό πυρηνικό ιδιωτικό εξατομικευμένο μεμονωμένο μονοπρόσωπο αυτοτελές μοναδικό ιδιαίτερο

Αντώνυμα

δημόσιο συλλογικό ομαδικό κοινό κοινοτικό πακέτο

Παραδείγματα χρήσης

  • Κάθε πολίτης έχει ατομικό δικαίωμα στην ελευθερία της έκφρασης.
  • Έκλεισα ατομικό ραντεβού με τον γιατρό για αύριο.
  • Ο αθλητής πέτυχε νέο ατομικό ρεκόρ στους 100 μέτρους.
  • Η έκρηξη προκλήθηκε από ένα ατομικό όπλο.
  • Το πρόγραμμα διατροφής είναι ατομικό και προσαρμόζεται στις ανάγκες του.