ρηχά

επίρρημα

1. Με μικρό βάθος ή σε μικρό βάθος, ιδιαίτερα για νερό ή για κοιλότητα.

2. Που δεν έχει μεγάλη έκταση ή ουσιαστικό βάθος, ιδίως όταν κάτι εξετάζεται ή αντιμετωπίζεται επιφανειακά.

3. Σε μικρό βάθος, χωρίς να μπαίνει κανείς βαθιά μέσα σε κάτι.

Συνώνυμα

Αντώνυμα

βαθιά βαθέα βαθύ περίφημα

Παραδείγματα χρήσης

  • Το νερό εκεί είναι πολύ ρηχά, γι’ αυτό τα παιδιά παίζουν με ασφάλεια.
  • Ο βράχος βυθίζεται ρηχά στο χώμα, χωρίς να φαίνεται πολύ.
  • Αναπνέει ρηχά όταν είναι αγχωμένος.
  • Μίλησε ρηχά και βιαστικά, χωρίς να εξηγήσει πολλά.
  • Το πηγάδι είναι ρηχά και χρειάζεται προσοχή.