οροπέδιο
ουσιαστικό1. Εκτεταμένη, σχετικά επίπεδη ή ήπια κυρτωμένη περιοχή γης, συνήθως σε υψηλότερο υψόμετρο σε σχέση με τα γύρω εδάφη και με ομαλή ή ελαφρώς ακανόνιστη επιφάνεια.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Το οροπέδιο ήταν καλυμμένο με αγριολούλουδα την άνοιξη.
- Κατεβήκαμε στο οροπέδιο για να στήσουμε τη σκηνή.
- Οι κάτοικοι του χωριού καλλιεργούν σιτάρι στο οροπέδιο κάθε χρόνο.
- Το οροπέδιο του Λασιθίου είναι δημοφιλές στους τουρίστες.
- Η δημοτικότητα του πολιτικού παρέμεινε σε ένα οροπέδιο για μήνες.