υποθετικά

επίρρημα

1. Με τρόπο που δηλώνει ότι κάτι γίνεται, ισχύει ή εξετάζεται ως υπόθεση και όχι ως βεβαιότητα.

2. Χρησιμοποιείται για να εισάγει υποθετικά σενάρια, αποτελέσματα ή σχέσεις στο πλαίσιο συζήτησης ή ανάλυσης.

Συνώνυμα

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Υποθετικά, αν είχα περισσότερο χρόνο, θα ετοίμαζα καλύτερα την παρουσίαση.
  • Το σχέδιο είναι υποθετικά σωστό, αλλά χρειάζεται έλεγχο στην πράξη.
  • Ας δούμε υποθετικά τι θα συνέβαινε αν άλλαζαν οι συνθήκες.
  • Μίλησε υποθετικά, χωρίς να δεσμευτεί για το αποτέλεσμα.
  • Συζητήσαμε υποθετικά το σενάριο μιας πιθανής συμφωνίας.