πιθανώς
επίρρημα1. Με τρόπο που δηλώνει ότι κάτι έχει πιθανότητα να συμβεί ή να είναι αληθές, χωρίς βεβαιότητα.
2. Χρησιμοποιείται για να μετριάσει την ισχύ μιας δήλωσης ή να εκφράσει επιφύλαξη σχετικά με την ακρίβεια μιας πληροφορίας.
Συνώνυμα
πιθανόν πιθανότατα ενδεχομένως ίσως μάλλον μπορεί φαίνεται λογικά αμφίβολα πιθανολογικά πιθανολογείται
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Ο Γιάννης πιθανώς θα αργήσει στη συνάντηση.
- Η αποτυχία ήταν πιθανώς αποτέλεσμα τεχνικού σφάλματος.
- Πρέπει να ελέγξουμε τα δεδομένα· πιθανώς υπάρχει κάποιο λάθος.
- Θα ήταν πιθανώς καλύτερο να μιλήσουμε αργότερα.
- Η ζημιά πιθανώς είχε προκληθεί νωρίτερα.