ψεύδος
ουσιαστικό1. Κατάσταση ή ιδιότητα πληροφορίας που δεν αντιστοιχεί στην πραγματική κατάσταση των πραγμάτων.
2. Δήλωση, πληροφορία ή περιγραφή που παρουσιάζει ως αληθινό κάτι διαφορετικό από ό,τι ισχύει στην πραγματικότητα, είτε με πρόθεση είτε από λάθος.
Συνώνυμα
ψέμα ψευτιά αναλήθεια ψευδολογία απάτη εξαπάτηση παραπλάνηση παραποίηση μύθος πλάνη μπαρούφα παπαριά
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Αποκάλυψα ότι είχε πει ψεύδος, και η σχέση μας δεν ήταν πια η ίδια.
- Το ψεύδος καταστρέφει την εμπιστοσύνη και διαβρώνει τις σχέσεις.
- Τα ψεύδη που κυκλοφορούν στο διαδίκτυο μπορούν να προκαλέσουν πανικό.
- Το δικαστήριο δίωξε τη διασπορά του ψεύδους ως επικίνδυνη πράξη.
- Στην ποίησή του, το ψεύδος παρουσιάζεται συχνά ως μάσκα πίσω από την οποία κρύβεται η αλήθεια.