χωρώ

ρήμα

1. Τοποθετούμαι ή εισέρχομαι σε έναν χώρο, δοχείο ή περιοχή χωρίς να υπερβαίνεται η διαθέσιμη χωρητικότητα.

2. Έχω τη δυνατότητα να περιλάβω συγκεκριμένη ποσότητα, μέγεθος ή αριθμό αντικειμένων ή προσώπων.

Συνώνυμα

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Δεν χωρώ πια σε αυτό το παλιό τζιν.
  • Με τόσες υποχρεώσεις, δεν χωρώ να βγω απόψε.
  • Ελπίζω να χωρώ στην ομάδα για το ταξίδι.
  • Πώς να χωρώ όλα τα πράγματά μου σε μια βαλίτσα;
  • Θέλω να χωρώ στη συζήτηση και να ακουστώ.