χωριστά
επίρρημα1. Με τρόπο που κάθε στοιχείο ή πρόσωπο λειτουργεί ή θεωρείται ανεξάρτητα από τα υπόλοιπα, χωρίς κοινή συμμετοχή.
2. Με τρόπο που λαμβάνει χώρα σε διαφορετικό χρόνο ή τόπο και όχι ταυτόχρονα ή στον ίδιο χώρο.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Θα πληρώσουμε τους λογαριασμούς χωριστά.
- Ζουν χωριστά εδώ και δύο χρόνια.
- Τα υλικά πρέπει να συσκευαστούν χωριστά.
- Κάθε περίπτωση θα εξεταστεί χωριστά.
- Δούλεψαν χωριστά και μετά συνέκριναν τα αποτελέσματα.