χρήση
ουσιαστικό1. Πράξη κατά την οποία ένα αντικείμενο, μέσο ή ιδιότητα αξιοποιείται για την επίτευξη συγκεκριμένου σκοπού.
2. Κατάσταση στην οποία κάτι βρίσκεται σε λειτουργία ή υπό αξιοποίηση.
Συνώνυμα
χρησιμοποίηση χειρισμός εφαρμογή αξιοποίηση εκμετάλλευση λειτουργία άσκηση λήψη προορισμός κατανάλωση υιοθέτηση απασχόληση
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Απαγορεύεται η χρήση κινητών τηλεφώνων στην αίθουσα.
- Η χρήση των προσωπικών δεδομένων ρυθμίζεται από τον νόμο.
- Το φάρμακο εγκρίθηκε για ανθρώπινη χρήση.
- Η χρήση της λέξης σε αυτή τη θέση αλλάζει το νόημα της πρότασης.
- Το αρχείο είναι σε κοινή χρήση μεταξύ όλων των μελών της ομάδας.
- Η χρήση αυτής της μεθόδου μειώνει το κόστος.