χειραφέτηση
άλλοΗ κατάσταση κατά την οποία ένα άτομο ή μια ομάδα αποκτά τη δυνατότητα να ενεργεί, να αποφασίζει και να συμμετέχει χωρίς περιορισμούς που επιβάλλουν εξάρτηση ή υποταγή.
Συνώνυμα
απελευθέρωση ελευθέρωση αυτονομία ανεξαρτησία απεξάρτηση αυτοδιάθεση αποτίναξη αποδέσμευση ελευθερία απαλλαγή λύτρωση
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Η χειραφέτηση των γυναικών απαιτούσε αλλαγές στο νόμο και στην κοινωνία.
- Ο αγώνας για χειραφέτηση των εργατών κράτησε δεκαετίες.
- Η χειραφέτηση των αποικιών ήταν αποτέλεσμα των κινημάτων ανεξαρτησίας.
- Στόχος της εκπαίδευσης είναι η χειραφέτηση του νου από τις προκαταλήψεις.
- Η προσωπική του χειραφέτηση ήρθε όταν απέκτησε οικονομική ανεξαρτησία.