χαρακτηριστικός
επίθετο1. Που παρουσιάζει γνώρισμα ή ιδιότητα που ξεχωρίζει πρόσωπο, αντικείμενο ή φαινόμενο από τα υπόλοιπα.
Συνώνυμα
ενδεικτικός δεικτικός γνωριστικός διακριτικό τυπικός διακριτός ευδιάκριτος ενδειγματικός παραδειγματικός κλασικός ιδιόμορφος ιδιότυπος ιδιαίτερος εμφανής ξεχωριστός χαρακτηριοδοτικός διακριτικός πρότυπος
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Ο ήχος του κουδουνιού είναι χαρακτηριστικός για αυτό το σπίτι.
- Η χαρακτηριστική μυρωδιά του γιασεμιού γέμισε τον κήπο.
- Ένα χαρακτηριστικό σύμπτωμα της ασθένειας είναι ο πυρετός.
- Οι χαρακτηριστικοί τόνοι της φωνής του κάνουν εύκολα αναγνωρίσιμο τον τραγουδιστή.
- Η συμπεριφορά του παιδιού είναι χαρακτηριστική για την ηλικία του.
- Το χαρακτηριστικό χρώμα αυτού του μετάλλου είναι ασημένιο.