χάραγμα
ουσιαστικό1. Σημάδι ή εγκοπή στην επιφάνεια υλικού που προκύπτει από την αφαίρεση ή τη διαμόρφωση του υλικού με αιχμηρό ή ειδικό εργαλείο, συνήθως για διακόσμηση, εγγραφή ή σήμανση.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Έκανε ένα βαθύ χάραγμα στο μέταλλο για να χαράξει το σχέδιο.
- Το χάραγμα στο χέρι του τον πόνεσε, αλλά δεν ήταν σοβαρό.
- Οι αρχαιολόγοι βρήκαν ένα χάραγμα με επιγραφή στην επιφάνεια του αγγείου.
- Σε μερικούς μύθους αναφέρεται το χάραγμα του θηρίου ως σύμβολο καταστροφής.
- Οι αγελάδες είχαν ένα χάραγμα με το σήμα του κτηνοτρόφου.