φροντιστής
ουσιαστικό1. Άτομο που παρέχει φροντίδα, επιμέλεια και υποστήριξη σε πρόσωπα που χρειάζονται βοήθεια λόγω ηλικίας, ασθένειας ή άλλων αναγκών.
2. Άτομο που έχει την ευθύνη της επιμέλειας, συντήρησης και φύλαξης χώρων, ζώων ή αντικειμένων.
Συνώνυμα
επιμελητής κηδεμόνας επίτροπος προστάτης φύλακας επιστάτης συντηρητής νοσοκόμος νοσηλευτής γονέας νταντά νοσοκόμα διαχειριστής γκουβερνάντα συνοδός βοηθός οικονόμος θεραπευτής παραστάτης γονιός υπεύθυνος
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Ο φροντιστής στο γηροκομείο βοηθά τους ηλικιωμένους με το φαγητό και τα φάρμακά τους.
- Ο φροντιστής της πολυκατοικίας φροντίζει τον καθαρισμό και τη συντήρηση των κοινόχρηστων χώρων.
- Ένας φροντιστής του ζωολογικού κήπου ταΐζει τα αρκούδια και καθαρίζει τα κλουβιά.
- Ο φροντιστής του μουσείου κλείνει τις αίθουσες και ελέγχει τα εκθέματα κάθε βράδυ.
- Ένας φροντιστής υγείας συνεργάζεται με τους γιατρούς για το πρόγραμμα αποθεραπείας των ασθενών.