φιμώνομαι
ρήμα1. Δέχομαι ή υποβάλλομαι σε πράξη που κλείνει το στόμα ή εφαρμόζει φιμόνι ή άλλο φυσικό μέσο, ώστε να μην μπορώ να μιλήσω.
2. Γίνομαι αντικείμενο καταστολής ή λογοκρισίας που απαγορεύει ή περιορίζει την ελευθερία της έκφρασης.
Συνώνυμα
μουγκαίνομαι σωπαίνω καταστέλλομαι σιωπώ σιωπάω καταπνίγομαι καταπιέζομαι σιωπαίνω πνίγομαι κρατιέμαι
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Κατά τη διάρκεια της σύλληψής, φιμώνομαι και δεν μπορώ να φωνάξω.
- Στη δουλειά, πολλές φορές φιμώνομαι όταν προσπαθώ να θίξω ευαίσθητα θέματα.
- Αισθάνομαι ότι φιμώνομαι από την επικρατούσα προπαγάνδα και δεν φτάνει η αλήθεια στο κοινό.
- Σε συζητήσεις με φίλους, συχνά φιμώνομαι για να μη δημιουργηθεί ένταση.
- Με μια δικαστική εντολή, πλέον φιμώνομαι και δεν μπορώ να δημοσιοποιήσω πληροφορίες.