φιλανθρωπία
ουσιαστικό1. Πράξη ή πρακτική προσφοράς υλικής, οικονομικής ή κοινωνικής βοήθειας προς άτομα ή ομάδες που έχουν ανάγκη, με σκοπό την ανακούφιση της φτώχειας ή άλλων δυσκολιών.
Συνώνυμα
ελεημοσύνη ανθρωπισμός αλληλεγγύη φιλευσπλαχνία συμπόνια ανθρωπιά αλτρουισμός ευσπλαχνία ευεργεσία αγάπη εθελοντισμός δωρεά βοήθεια καλοσύνη αρετή φιλοξενία μεγαλοψυχία σπλαχνικότητα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Έκανε φιλανθρωπία δωρίζοντας μεγάλο χρηματικό ποσό στο ορφανοτροφείο.
- Η φιλανθρωπία της τοπικής οργάνωσης προσφέρει καθημερινά γεύματα σε αστέγους.
- Η φιλανθρωπία δεν είναι μόνο χρήματα, αλλά και χρόνος και προσοχή προς τους άλλους.
- Συμμετείχαμε σε δράση φιλανθρωπίας για την αποκατάσταση των πληγέντων από τις πλημμύρες.
- Οι φιλανθρωπίες των εταιρειών ανακοινώθηκαν κατά την ετήσια συνάντηση μετόχων.