φαίνομαι
ρήμα1. Γίνομαι ορατός ή αντιληπτός από άλλους μέσω της εμφάνισης, της στάσης ή των ενεργειών.
2. Δίνω την εντύπωση ότι έχω συγκεκριμένη ιδιότητα, κατάσταση ή άποψη, ανεξάρτητα από το αν αυτό ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα.
Συνώνυμα
μοιάζω φαίνω βλέπομαι δείχνω δείχνομαι εμφανίζομαι παρουσιάζομαι φανερώνομαι εκλαμβάνομαι θεωρούμαι διαφαίνομαι ακούγομαι φέρομαι ξεμυτίζω προκύπτω προβάλλομαι ξεπροβάλλω αναδύομαι εκδηλώνομαι αποτυπώνομαι είμαι προσποιούμαι
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Σήμερα φαίνομαι κουρασμένος.
- Από μακριά φαίνομαι σαν μια μικρή κουκκίδα στον ορίζοντα.
- Στους συναδέλφους μου φαίνομαι αξιόπιστος και σοβαρός.
- Μετά τη μελέτη φαίνομαι πιο σίγουρος στις απαντήσεις μου.
- Κάποιες φορές όταν μιλάω γρήγορα φαίνομαι νευρικός, ενώ δεν είμαι.