υποψία
ουσιαστικό1. Αίσθημα ή διάχυτη πεποίθηση αμφιβολίας και επιφύλαξης απέναντι σε πρόσωπο, γεγονός ή κατάσταση, χωρίς πλήρη απόδειξη.
2. Μικρή ένδειξη ή υπόνοια που υποδεικνύει την πιθανότητα ύπαρξης κάποιου γεγονότος, σχέσης ή χαρακτηριστικού.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Έχω μια υποψία ότι κάποιος μπήκε στο σπίτι τη νύχτα.
- Η συμπεριφορά του προκάλεσε υποψία στους γείτονες.
- Ο γιατρός εξέφρασε την υποψία ότι υπάρχει λοίμωξη και ζήτησε εξετάσεις.
- Αντέδρασε με υποψία όταν του ζήτησαν χρήματα χωρίς απόδειξη.
- Η σάλτσα είχε μια ελαφριά υποψία λεμονιού.