υποτέλεια

ουσιαστικό

1. Κατάσταση ή θεσμικός δεσμός κατά τον οποίο άτομο, κοινωνική ομάδα ή κράτος τελεί υπό την κυριαρχία, την προστασία ή την εξάρτηση άλλου, με περιορισμένη αυτονομία και υποχρεώσεις προς αυτόν.

Συνώνυμα

υποταγή υποδούλωση δουλεία δουλοπρέπεια υποτακτικότητα σκλαβιά υπακοή εξάρτηση γλείψιμο σκύψιμο

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Η υποτέλεια του υπαλλήλου στους προϊσταμένους ήταν εμφανής.
  • Το μικρό κράτος ζούσε σε υποτέλεια απέναντι στη μεγάλη αυτοκρατορία.
  • Στον Μεσαίωνα πολλοί βαρόνοι ορκίζονταν υποτέλεια στον βασιλιά.
  • Η οικονομική κρίση οδήγησε τη χώρα σε υποτέλεια προς τους διεθνείς πιστωτές.
  • Η τέχνη δεν πρέπει να υποκύπτει σε υποτέλεια απέναντι στο εμπόριο.