υποστηρικτικός

επίθετο

1. Που παρέχει ή προσφέρει στήριξη, βοήθεια ή ενθάρρυνση σε κάποιον ή κάτι, είτε πρακτικά είτε συναισθηματικά.

2. Που λειτουργεί ως συμπληρωματική ή δευτερεύουσα βοήθεια, ενισχύοντας ή υποβοηθώντας την κύρια δομή, διαδικασία ή ιδέα.

Συνώνυμα

συμπαραστατικός στηρικτικός βοηθητικός υποβοηθητικός ενθαρρυντικός υπερασπιστικός προστατευτικός ενισχυτικός επικουρικός αλληλέγγυος συμπληρωματικός καθοδηγητικός φιλικός συμπαθητικός ευνοϊκός

Αντώνυμα

εχθρικός αντίθετος αποθαρρυντικός αδιάφορος απορριπτικός εμποδιστικός αποτρεπτικός ανασταλτικός αρνητικός κριτικός ουδέτερος εκφοβιστικός καυστικός

Παραδείγματα χρήσης

  • Η φίλη της ήταν πάντα υποστηρικτική στις δύσκολες στιγμές.
  • Ο οργανισμός παρέχει υποστηρικτικές υπηρεσίες σε μικρές επιχειρήσεις.
  • Οι μετρήσεις ήταν υποστηρικτικές για τη νέα θεωρία.
  • Ο ρόλος του στην παράσταση ήταν υποστηρικτικός, όχι πρωταγωνιστικός.
  • Το μηχάνημα χρειάζεται ένα υποστηρικτικό πλαίσιο για την ασφάλεια.