υπακούω
ρήμα1. Εκτελώ εντολές, οδηγίες ή διαταγές που δίνονται από πρόσωπο, αρχή ή νόμο.
2. Συμμορφώνομαι με κανόνες, νόρμες ή οδηγίες και ενεργώ σύμφωνα με αυτά.
3. Ακολουθώ υποδείξεις ή περιορισμούς, περιορίζοντας την πρωτοβουλία μου.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Πρέπει να υπακούω στους κανόνες του εργαστηρίου.
- Ο σκύλος υπακούει στο αφεντικό του χωρίς δισταγμό.
- Μας υπενθύμισε να υπακούσουμε τις οδηγίες ασφαλείας.
- Της ήταν δύσκολο να υπακούει στην καρδιά της όταν έπρεπε να αποφασίσει.
- Η εταιρεία οφείλει να υπακούει στη νομοθεσία και στα πρότυπα ποιότητας.