τυχαίνω
ρήμα1. Παρουσιάζεται γεγονός ή περίσταση χωρίς προγραμματισμό ή πρόθεση, ως αποτέλεσμα τύχης ή συγκυρίας.
2. Καταλήγει ή αποδίδεται σε κάποιον ή κάτι τυχαία, όταν η επιλογή απουσιάζει ή η κατανομή γίνεται με τύχη.
Συνώνυμα
συμβαίνω γίνομαι τυγχάνω προκύπτω παρουσιάζομαι επέρχομαι εκδηλώνομαι πέφτω συναντώ καταλήγω εμφανίζομαι λαμβάνω δίνομαι αναλογώ εκτυλίσσομαι συναντιέμαι βρίσκομαι συμπίπτω
Αντώνυμα
προγραμματίζομαι προκαθορίζομαι προβλέπομαι σχεδιάζομαι κανονίζομαι διευθετούμαι επιλέγομαι οργανώνομαι αποφεύγω αποφεύγομαι
Παραδείγματα χρήσης
- Τυχαίνει να είμαι ελεύθερος το Σάββατο, οπότε μπορούμε να βγούμε.
- Μου τυχαίνει συχνά να βρίσκω πράγματα που άλλοι έχουν χάσει.
- Στην εκδρομή τυχαίνω να συναντήσω έναν παλιό συμμαθητή.
- Της τυχαίνουν πολλά ευχάριστα γεγονότα αυτόν τον καιρό.
- Ό,τι τυχαίνει, το αντιμετωπίζουμε με υπομονή.