τσιμπημένος
επίθετο1. Που έχει δεχθεί τσίμπημα από έντομο ή άλλο αιχμηρό αντικείμενο και εμφανίζει πόνο, ερυθρότητα ή πρήξιμο.
2. Που κοστίζει περισσότερο από το αναμενόμενο ή το συνηθισμένο και θεωρείται σχετικά ακριβό.
Συνώνυμα
κεντρισμένος αλμυρός τσουχτερός θιγμένος ψωνισμένος κολλημένος ερωτευμένος δαγκωμένος ακριβός πανάκριβος υπερευαίσθητος αλαζόνας εγωιστικός ακριβούτσικος ευαίσθητος εξωφρενικός κλεμμένος δαπανηρός
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Ο φίλος μου είναι τσιμπημένος από μέλισσα και πήγε στο γιατρό.
- Ο λογαριασμός στο εστιατόριο ήταν τσιμπημένος, δεν περιμέναμε τόσο υψηλή τιμή.
- Μην τον πειράζεις, είναι τσιμπημένος και θίγεται εύκολα.
- Από τη μεγάλη επιτυχία, ο ίδιος έγινε τσιμπημένος και δεν μας αναγνωρίζει πια.
- Τον κλέφτη τον τσίμπησαν· τώρα είναι τσιμπημένος.