τσαντισμένος

επίθετο

Που είναι σε κατάσταση έντονης ενόχλησης, δυσαρέσκειας ή οργής εξαιτίας κάτι που συνέβη.

Συνώνυμα

θυμωμένος ενοχλημένος οργισμένος αγανακτισμένος εξοργισμένος εκνευρισμένος απαυδισμένος σκασμένος αγριεμένος δυσαρεστημένος μπριζωμένος νευριασμένος φουρκισμένος τσιτωμένος ατσαλάκωτος πικραμένος δύστροπος

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Ο Γιάννης είναι πολύ τσαντισμένος σήμερα μετά τον καβγά.
  • Έμεινε τσαντισμένος όλο το βράδυ επειδή ακυρώθηκε το ραντεβού.
  • Ήταν τόσο τσαντισμένος που δεν ήθελε να μιλήσει σε κανέναν.
  • Μην του μιλήσεις τώρα· είναι ακόμα τσαντισμένος για το λάθος που έγινε.
  • Φαινόταν τσαντισμένος, αλλά προσπαθούσε να το κρύψει.