τρόμος
ουσιαστικό1. Έντονη συναισθηματική κατάσταση που προκαλείται από την αντίληψη άμεσης ή πιθανής απειλής, συνοδευόμενη από χαρακτηριστικές σωματικές εκδηλώσεις (π.χ. επιτάχυνση του καρδιακού ρυθμού, εφίδρωση, δυσχέρεια στην αναπνοή).
Συνώνυμα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Ένιωσε βαθύ τρόμο μπροστά στην επικείμενη απειλή.
- Η φωνή του έτρεμε από τρόμο.
- Ο τρόμος της αποτυχίας τον κρατούσε ξύπνιο τα βράδια.
- Η πόλη βυθίστηκε στον τρόμο μετά την έκρηξη.
- Ο αρχαίος ναός προκαλούσε τρόμο και δέος στους επισκέπτες.