τρυπώνω

άλλο

1. Μπαίνω ή τοποθετούμαι σε στενό χώρο, άνοιγμα ή καταφύγιο, συχνά με δυσκολία ή διακριτικά.

2. Εισέρχομαι κάπου κρυφά, γρήγορα ή χωρίς να γίνω αντιληπτός.

3. Περνώ μέσα από κάτι, ανάμεσα σε εμπόδια ή σε σχισμή, ώστε να βρεθώ στην άλλη πλευρά.

Συνώνυμα

τρυπώνω τρυπώ τρυπάω διατρυπώνω κρυφομπαίνω μπαίνω εισέρχομαι χωθώ σφηνώ σφηνώνομαι μπήγω στριμώχνομαι χώνω σφηνώνω διαπερνώ περνάω περνώ εισβάλλω μπουκάρω έρχομαι

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Όταν κρυώνω, τρυπώνω τα χέρια μου στις τσέπες του παλτού.
  • Συνήθως τρυπώνω στην αίθουσα την τελευταία στιγμή χωρίς να με προσέξουν.
  • Με φίλους τρυπώνω στο σινεμά χωρίς εισιτήριο.
  • Στο κρυφτό τρυπώνω πάντα κάτω από το τραπέζι για να μείνω κρυμμένος.
  • Κάθε φορά που θυμάμαι εκείνο το λάθος, τρυπώνω σε αμφιβολίες.