τρελαίνω
ρήμα1. Προκαλώ σε κάποιον απώλεια της λογικής ή του αυτοελέγχου, ώστε να συμπεριφέρεται παράλογα ή ανεξέλεγκτα.
2. Προκαλώ σε κάποιον έντονη συναισθηματική διέγερση, θαυμασμό ή πάθος, με αποτέλεσμα να νιώθει έντονα και να ενεργεί παρορμητικά.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Μην με τρελαίνεις με αυτές τις ερωτήσεις.
- Η μουσική αυτή με τρελαίνει, τη βάζω συνέχεια.
- Ο θόρυβος της οικοδομής τρελαίνει τους κατοίκους.
- Τα καινούρια παιχνίδια τρελαίνουν τα παιδιά.
- Κάθε φορά που το βλέπω, το θέαμα με τρελαίνει.