τραύμα

ουσιαστικό

1. Βλάβη των σωματικών ιστών που προκαλείται από εξωτερική βία, κοπή, κάψιμο ή άλλη αιτία, συνήθως συνοδευόμενη από πόνο, αιμορραγία και πιθανή διαταραχή της λειτουργίας του προσβεβλημένου μέρους.

Συνώνυμα

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Ο γιατρός καθάρισε το τραύμα και το έραψε.
  • Μετά το ατύχημα, κουβαλάει ένα τραύμα που τον κάνει να φοβάται να οδηγήσει.
  • Ο χωρισμός άφησε βαθύ τραύμα στην ψυχή της.
  • Η κοινότητα συζητάει ακόμα για το τραύμα που προκάλεσε ο πόλεμος.
  • Τα τραύματα στο σώμα του ήταν σοβαρά, αλλά το μεγαλύτερο πρόβλημα ήταν το ψυχικό τραύμα.