τοποθετούμαι
ρήμα1. Υποβάλλομαι σε διαδικασία τοποθέτησης ή τοποθετούμαι σε συγκεκριμένη θέση στον χώρο, πάνω σε επιφάνεια ή μέσα σε αντικείμενο ως αποτέλεσμα τοποθέτησης.
2. Δηλώνω ή εκφράζω τη θέση μου για ένα θέμα· παίρνω στάση απέναντι σε ζήτημα.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Στο μάθημα γιόγκα, τοποθετούμαι πάντοτε στο μέσο του στρώματος.
- Μετά την αξιολόγηση, τοποθετούμαι σε θέση συντονισμού έργου.
- Στη δημόσια διαβούλευση, τοποθετούμαι υπέρ των περιβαλλοντικών μέτρων.
- Δεν μου αρέσει να τοποθετούμαι υπό πίεση σε κρίσιμες αποφάσεις.
- Πρέπει να τοποθετούμαι σωστά όταν χειρίζομαι ευαίσθητο εξοπλισμό.