τεχνίτης

ουσιαστικό

1. Άτομο με εξειδικευμένες δεξιότητες σε ένα τεχνικό ή χειρωνακτικό επάγγελμα που εκτελεί εργασίες απαιτητικές σε γνώση, εμπειρία και επιδεξιότητα.

Συνώνυμα

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Ο τεχνίτης επιδιόρθωσε τη βρύση μέσα σε λίγη ώρα.
  • Στην παλιά αγορά οι τεχνίτες κατασκεύαζαν κεραμικά και κοσμήματα.
  • Ο πιανίστας είναι πραγματικός τεχνίτης της μουσικής.
  • Τον θεωρούν τεχνίτη της πολιτικής, γιατί χειρίζεται πολύ καλά τις δημόσιες σχέσεις.
  • Για την αναπαλαίωση του επίπλου προσλάβαμε έναν έμπειρο τεχνίτη.