ταράσσω
ρήμα1. Προκαλώ αναστάτωση ή αναταραχή σε πρόσωπα, ομάδες ή καταστάσεις, διαταράσσοντας την ομαλή λειτουργία ή την ψυχική ηρεμία.
2. Κάνω υγρό, όπως νερό, θολό και κυματιστό με κίνηση, διασκορπίζοντας στερεά ή αέρια μέσα του.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
ηρεμίζω καταπραΰνω καθησυχάζω ησυχάζω γαληνεύω παρηγορώ χαλαρώνω κατευνάζω εξομαλύνω απαλύνω εξισορροπώ σιγάζω
Παραδείγματα χρήσης
- Ο δυνατός θόρυβος με ταράσσει και δεν μπορώ να συγκεντρωθώ.
- Η είδηση τάραξε όλη την οικογένεια.
- Μη ταράζεσαι για κάτι τόσο μικρό.
- Το ατύχημα ταράσσει την ηρεμία της γειτονιάς.
- Η σκέψη του φευγιού του τον τάραξε πολύ.