ταξιδεύω
ρήμα1. Μετακινούμαι από έναν τόπο σε άλλον, καλύπτοντας απόσταση εκτός του καθημερινού χώρου διαμονής.
2. Πραγματοποιώ διαδρομή με μέσο μεταφοράς ή πεζή για λόγους αναψυχής, εργασίας, εκπαίδευσης ή ανάγκης.
Συνώνυμα
οδοιπορώ πορεύομαι ταξιδεύομαι περιηγούμαι πηγαίνω μετακινούμαι οδεύω διαβαίνω περιπλανιέμαι τριγυρνώ γυρίζω περπατώ οδηγώ πλέω πετώ μεταναστεύω αποδημώ αλωνίζω περιδιαβαίνω ξεκινώ πάω κινούμαι
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Κάθε καλοκαίρι ταξιδεύω στην επαρχία για να δω τους συγγενείς.
- Κάθε πρωί ταξιδεύω με το λεωφορείο στη δουλειά.
- Μέσα από τα βιβλία ταξιδεύω σε κόσμους που δεν υπάρχουν.
- Όταν ακούω αυτή τη μελωδία, ταξιδεύω πίσω στα παιδικά μου χρόνια.
- Όταν γράφω, οι λέξεις με κάνουν να ταξιδεύω νοερά.