ταιριάζω
ρήμα1. Χωράω ή προσαρμόζομαι σε μέγεθος, σχήμα ή θέση ώστε να ταιριάζω σωστά σε κάτι άλλο.
2. Συνδυάζομαι αρμονικά με χρώματα, σχέδια, υφές ή στυλ, δημιουργώντας οπτική ή λειτουργική συμφωνία.
Συνώνυμα
αρμόζω αρμονίζω συναρμόζω συνδυάζω συνταιριάζω αντιστοιχώ συνάδω συμβαδίζω συμπίπτω συμφωνώ κουμπώνω βολεύω χωρώ συγκλίνω ταυτίζομαι κολλάω χωράω δένω ανταποκρίνομαι αναμειγνύω συσχετίζω εναρμονίζομαι
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Αυτό το φόρεμα ταιριάζει στο στυλ σου.
- Τα χρώματα του σαλονιού ταιριάζουν πολύ μεταξύ τους.
- Σου ταιριάζει αυτή η ώρα για το ραντεβού;
- Οι απόψεις μας ταιριάζουν σε πολλά θέματα.
- Δεν ταιριάζω καθόλου με τον νέο του χαρακτήρα.