σύντομος
επίθετο1. Που έχει μικρή χρονική διάρκεια ή τελειώνει γρήγορα σε σχέση με το αναμενόμενο.
2. Που χαρακτηρίζεται από μικρή έκταση ή μήκος σε σχέση με το συνηθισμένο.
3. Που εκφράζεται με λίγες λέξεις, χωρίς περιττές λεπτομέρειες.
Συνώνυμα
συνοπτικός συντομευμένος λιτός βραχύς επιγραμματικός περιληπτικός κοφτός επιτομικός βραχυπρόθεσμος στιγμιαίος λακωνικός περιεκτικός κοντός μικρός αστραπιαίος βραχύβιος εφήμερος πρόχειρος φευγαλέος
Αντώνυμα
μακρύς μακροσκελής εκτενής αναλυτικός μακρόσυρτος πολυλογικός διεξοδικός εκτεταμένος λεπτομερής μακροχρόνιος παρατεταμένος ατελείωτος ογκώδης απέραντος εξαντλητικός αχανής
Παραδείγματα χρήσης
- Ο λόγος του ήταν σύντομος και σαφής.
- Η συνάντηση ήταν σύντομη, αλλά παραγωγική.
- Έγραψα ένα σύντομο σημείωμα για να εξηγήσω το πρόβλημα.
- Έδωσε σύντομες οδηγίες στους μαθητές πριν ξεκινήσει το μάθημα.
- Τα σύντομα σχόλια του καθηγητή βοήθησαν στη βελτίωση της έκθεσης.
- Χρειάζομαι μια σύντομη απάντηση μέχρι το απόγευμα.