σύμπτωση
ουσιαστικό1. Τυχαία ταυτόχρονη εμφάνιση δύο ή περισσότερων γεγονότων ή περιστάσεων χωρίς εμφανή αιτιακή σύνδεση, που θεωρείται αποτέλεσμα τύχης.
2. Ταύτιση ή συμφωνία στοιχείων, ιδεών ή απόψεων όταν συμπίπτουν σε χαρακτηριστικά ή αποτέλεσμα.
Συνώνυμα
τυχαιότητα σύγκρουση πρόσκρουση τυχαίοτητα συμπτωματικότητα τύχη συγκυρία συναπάντηση κρούση περίσταση περίπτωση ατυχία ταύτιση ομοιότητα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Ήταν μεγάλη σύμπτωση που συναντηθήκαμε εκεί.
- Δεν πιστεύω ότι είναι απλή σύμπτωση. Κάτι κρύβεται πίσω.
- Η σύμπτωση των ημερομηνιών έκανε δύσκολη την οργάνωση.
- Υπήρξε σύμπτωση απόψεων μεταξύ των συμμετεχόντων.
- Στην επιστήμη, μια τυχαία σύμπτωση στα δεδομένα μπορεί να παραπλανήσει τους ερευνητές.