συνωμοσία

ουσιαστικό

1. Μυστική συμφωνία ή συνεννόηση μεταξύ δύο ή περισσότερων προσώπων με σκοπό την οργάνωση και εκτέλεση παράνομων ή επιβλαβών ενεργειών.

Συνώνυμα

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Οι αρχές αποκάλυψαν μια συνωμοσία για την ανατροπή της κυβέρνησης.
  • Κατηγορήθηκε για συνωμοσία εναντίον της εταιρείας.
  • Ένιωθε ότι υπήρχε μια συνωμοσία εναντίον του.
  • Υπήρξε μια συνωμοσία σιωπής μεταξύ των μαρτύρων.
  • Δεν μπορώ να πάρω σοβαρά τις συνωμοσίες χωρίς τεκμήρια.