συντελεστής
ουσιαστικό1. Παράγοντας ή στοιχείο που συμβάλλει ή επηρεάζει το αποτέλεσμα μιας διαδικασίας, ενός φαινομένου ή ενός υπολογισμού.
Συνώνυμα
παράγοντας συνεισφέρων συνεργάτης δείκτης ποσοστό μέτρο βαθμός λόγος παράγων συνεργός παράμετρος δημιουργός κλίμακα στοιχείο παραγωγός συνιστώσα πρωτοστάτης
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Ο συντελεστής του x^2 στην εξίσωση είναι 3.
- Ο συντελεστής τριβής μεταξύ των δύο επιφανειών μετρήθηκε στο εργαστήριο.
- Ο συντελεστής συσχέτισης μεταξύ ύψους και βάρους είναι θετικός.
- Ο συντελεστής φόρου για τα εισοδήματα αυξήθηκε φέτος.
- Ο συντελεστής δόμησης καθορίζει πόση επιφάνεια επιτρέπεται να χτιστεί σε ένα οικόπεδο.
- Στην ταινία, κάθε συντελεστής είχε σαφή ρόλο στην παραγωγή.