συναρπάζομαι

ρήμα

1. Νιώθω έντονη συγκίνηση ή ενθουσιασμό που προκαλεί ζωηρό ενδιαφέρον και ψυχική ανάταση.

2. Απορροφούμαι και παρασύρομαι συναισθηματικά από ένα πρόσωπο, γεγονός, έργο ή ιδέα, με βαθιά αφοσίωση στην εμπειρία.

Συνώνυμα

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Συχνά συναρπάζομαι από την έντονη μουσική στις συναυλίες.
  • Κάθε φορά που διαβάζω επιστημονική φαντασία συναρπάζομαι με τις ιδέες για το μέλλον.
  • Η θέα από την κορυφή του βουνού με κάνει να συναρπάζομαι.
  • Στη διάλεξη για τα νέα επιστημονικά επιτεύγματα συναρπάζομαι από τις ανακαλύψεις.
  • Όταν συζητάμε για κινηματογράφο συναρπάζομαι με τις λεπτομέρειες της σκηνοθεσίας.