συμφιλιώνομαι
ρήμα1. Επαναφέρω ή επανέρχομαι στις σχέσεις με κάποιον σε κατάσταση ειρήνης και φιλίας μετά από διαφωνία, προστριβή ή ρήξη.
Συνώνυμα
συμβιβάζομαι υποχωρώ συγχωρώ ξανασμίγω ειρηνεύω επανενώνομαι αποδέχομαι συνεννοούμαι προσχωρώ συνθηκολογώ
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Μετά από τόσα χρόνια, συμφιλιώνομαι με το παρελθόν.
- Προσπαθώ να συμφιλιώνομαι με τον εαυτό μου και τα λάθη μου.
- Δυσκολεύομαι να συμφιλιώνομαι με τις αλλαγές στην εργασία.
- Μετά τον καυγά, αποφάσισα να συμφιλιώνομαι με τη φίλη μου.
- Με τον καιρό συμφιλιώνομαι όλο και περισσότερο με τις αποφάσεις μου.