συμπάσχω
ρήμα1. Νιώθω και εκδηλώνω συμμετοχή στον πόνο, τη λύπη ή τα συναισθήματα άλλου ανθρώπου, βιώνοντας ή αναγνωρίζοντας την ταλαιπωρία του.
2. Υποφέρω ή βιώνω μαζί με άλλους μια δυσκολία ή οδυνηρή κατάσταση, με έντονη συναισθηματική εμπλοκή.
Συνώνυμα
συμπονώ συναισθάνομαι συμπαραστέκομαι συλλυπούμαι οικτίρω λυπούμαι συμμερίζομαι στενοχωριέμαι κλαίω συμπαθώ λυπάμαι νιώθω νοιάζομαι
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Σήμερα συμπάσχω βαθιά με τους πληγέντες από τον σεισμό.
- Όταν άκουσα τα νέα, αμέσως συμπάσχω με την αδελφή της.
- Μπορεί να διαφωνώ μαζί του, αλλά συμπάσχω με τις προθέσεις του.
- Πραγματικά συμπάσχω που πέρασες τόσο δύσκολες στιγμές.
- Καθώς παρακολουθούσα την ταινία, συμπάσχω με τον πρωταγωνιστή στις επιλογές του.